Παρασκευή, 9 Μαΐου 2014

Δυό ξένοι με καημό για την γλώσσα μας (π. Θωμάς Βαμβίνης)

ΑΝ-ΕΠΙΚΑΙΡΑ
Θά καταγράψουμε δύο περιπτώσεις ξένων πού κάνουν ἕναν, μᾶλλον μοναχικό ἀγώνα γιά τήν γλώσσα μας, τήν ὁποία οἱ νεοέλληνες δέν δείχνουμε νά ἐκτιμοῦμε ὅσο πρέπει. Ὁ ἕνας εἶναι Νιγηριανός ὀδοντίατρος καί ὁ ἄλλος Βρετανός καθηγητής Νέων Ἑλληνικῶν στό Κέμπριτζ.

Πρίν ἀπό λίγο καιρό κυκλοφόρησε στό διαδίκτυο ἡ εἴδηση ὅτι ὁ Νιγηριανός ὀδοντίατρος Σάμ Τσέκγουοζ ἄνοιξε στήν Νέα Ὑορκη ἕνα ἑλληνικό βιβλιοπωλεῖο, μέ στόχο νά διαφυλάξη τήν ἑλληνική γλώσσα καί νά μυήση σέ αὐτήν καί τήν λογοτεχνία της τούς Ἀμερικανούς.
Ὁ Σάμ Τσέκγουοζ σπούδασε στήν Θεσσαλονίκη, ἔχει πολλούς φίλους στήν Ἑλλάδα καί ἔχει ἀγαπήσει τήν ἑλληνική γραμματεία. Σέ συνέντευξή του εἶπε τό πόσο στενοχωρήθηκε κάποτε, ὅταν δυό ἀμερικανίδες φοιτήτριες τοῦ ζήτησαν Παπαδιαμάντη στά ἀγγλικά, ἀλλά δέν εἶχε νά τίς προμηθεύση.
Ἐκτός ἀπό τό βιβλιοπωλεῖο προσπαθεῖ νά προωθήση τήν ἑλληνική γλώσσα προσφέροντας μαθήματα ἐκμαθήσεώς της δωρεάν, ἐνῶ ἐπιδιώκει νά πείση τούς Ἕλληνες ὁμογενεῖς νά διδάσκουν στά παιδιά τους τήν γλώσσα ἀπό τήν ὁποία ὅλες οἱ ὑπόλοιπες δανείστηκαν λέξεις. Στενοχωρεῖται ὅμως γιατί ἡ νεολαία τῶν ὁμογενῶν δέν ξέρει πολλά γιά τήν ἑλληνική γλώσσα καί τά βιβλία.

Ὁ Βρετανός Ντέϊβιντ Χόλτον, συνταξιοῦχος πλέον καθηγητής τοῦ Κέμπριτζ, χτυπᾶ πόρτες προκειμένου νά βρῆ χρηματοδότες, ὥστε ἡ ἕδρα τῶν Νέων Ἑλληνικῶν πού κατεῖχε νά μήν κλείση. Σέ συνέντευξή του στήν Καθημερινή (16-2-2014) εἶπε:

«Χτύπησα πολλές πόρτες ἀναζητώντας χρηματοδότη, ἀλλά δέν ἄνοιξε καμμία. Σέ περιπτώσεις ἰσχυρῶν οἰκονομικά ἱδρυμάτων, τό ἐπιχείρημα ἦταν ὅτι δέν μποροῦν νά μᾶς δώσουν χρήματα, καθώς διοχετεύουν τούς πόρους τους γιά νά καλύψουν ἐπιτακτικές ἀνάγκες τοῦ πάσχοντος ἀπό τήν κρίση ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ. Τό σέβομαι». Τόνισε ὅμως ὅτι ἡ πλούσια ἑλληνική ἐφοπλιστική κοινότητα τοῦ Λονδίνου «ἄν τό ἑλληνικό κράτος ἀναλάμβανε νά συντονίση μιά προσπάθεια, τά μέλη της θά ἔδιναν χρήματα», διότι θέλουν, ἔστω σέ συμβολικό ἐπίπεδο, τήν συμμετοχή τῶν ἑλληνικῶν ἀρχῶν, ἐπειδή «οἱ δωρητές θέλουν νά ξέρουν ὅτι ἔχουν τή στήριξη τοῦ κράτους καί ὄχι τήν ἀδιαφορία του».


Ὁ ἄρτος χρειάζεται, ἀλλά δέν ἀρκεῖ


Ἡ ἀδιαφορία γιά τήν γλώσσα δέν εἶναι ἕνα στενά ἑλληνικό φαινόμενο. Εἶναι σύμπτωμα τῆς γενικευμένης οἰκονομικῆς καί πολιτιστικῆς κρίσης. Ὁ κ. Χόλτον εἶπε:

«Οἱ ἀνθρωπιστικές σπουδές ἔχουν δυστυχῶς ἀπολέσει τήν λάμψη τους. Οἱ νέοι στρέφονται σέ ἀντικείμενα σπουδῶν πού θά τούς ἐξασφαλίσουν πιό γρήγορα ἐργασία».

Χωρίς τόν ἀναγκαῖο στηρικτικό ἄρτο ὁ νοῦς καθίσταται «ἀφιλόλογος». Δυστυχῶς, ὅμως, ὁ μονοδιάστατος προσανατολισμός στήν ἐξοικονόμηση τοῦ ἄρτου, ἄλλοτε ἐξ ἀνάγκης καί ἄλλοτε ἀπό πρακτική οἰκονομίστικη σκέψη, ρίχνει τούς νέους ἀνθρώπους σέ βαθιά πολιτιστική κρίση, ἕνας δείκτης τῆς ὁποίας εἶναι ἡ παραθεώρηση τῶν ἀνθρωπιστικῶν σπουδῶν.

Στίς μέρες μας εἶναι ἐπίκαιρη ἡ προτροπή τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, πού ἤθελε τά παιδιά νά μαθαίνουν ἑλληνικά, ὄχι μόνο γιά νά ἀποκτοῦν μιά ἀνθρωπιστική καλλιέργεια, ἀλλά γιατί μέ αὐτά ἀνοιγόταν ἡ Ἐκκλησία. Μέ τήν ἀνάγνωση τῶν ἱερῶν κειμένων πλουτιζόταν ὁ νοῦς τῶν παιδιῶν μέ νοήματα φωτεινά, πού ἄνοιγαν τήν καρδιά τους στήν Χάρη τοῦ Θεοῦ.

Ἄλλωστε, δέν πρέπει νά ξεχνᾶμε ὅτι «οὐκ ἐπ᾿ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος».






(Πηγή: parembasis.gr)